• Λοϊζος Μπιτσικώκος

Το κούρεμα


Άκουγα ειδήσεις και διαγγέλματα. Έκλεισα το ραδιόφωνο. Μπήκα στο δωμάτιο. Άρπαξα ένα στυλό. Ζωγράφισα πρόχειρα πάνω στο χέρι μου, δύο μάτια, μία μύτη και ένα τσιγκελωτό μουστάκι.


Με το ζωγραφισμένο χέρι άρπαξα ένα ψαλίδι κι έβαλα στην άκρη μια κουρευτική μηχανή. Έστρωσα μια πετσέτα πάνω από το σβέρκο μου. Δεν είχα κουραστεί να είμαι μόνος. Η αλήθεια είναι πως απλώς χρειαζόμουν ένα κούρεμα.


«Πως να τα πάρουμε σήμερα;», με ρώτησε το χέρι μου.


«Σκεφτόμουν γουλί…», απάντησα.


«Α όχι, όχι. Δε θα σου πηγαίνει», είπε γεμάτο σιγουριά.


«Μα αυτό θέλω. Ένα λουκ μεταποκαλυπτικό», του είπα με λίγο παράπονο.


«Όχι, όχι. Επιμένω. Είσαι στην αρχή φαλάκρας. Βλέπεις;», είπε εκείνο. Σήκωσα με το άλλο χέρι ένα μικρό καθρέφτη.


Κοίταξα τους κροτάφους μου που ανέβαιναν απειλητικά.


«Αν τα κουρέψουμε γουλί θα φεγγίζει το κεφάλι σου», είπε και τέντωσε τα δάχτυλα μάλλον για έμφαση.


Αφού με αποστόμωσε απάντησα ξερά, «Εντάξει αφού εσείς είστε ο ειδικός».


«Άρα πως να τα πάρουμε;» με ρώτησε το χέρι ανυπόμονα.


«Άντε, κάντε ένα καθάρισμα τότε» είπα ξεφυσώντας.


Οι τούφες πέφταν στο πάτωμα βροχή. Με ρώτησε τα νέα μου. Μιλήσαμε για τον καιρό. Για το που θα πάμε διακοπές το καλοκαίρι. Και η ώρα πέρασε. Με ρώτησε αν θέλω να μου ξυρίσει το μουστάκι και τις φαβορίτες. Του είπα ναι αλλά μόνο λίγο.


Πήρε τη μηχανή και με ένα χρακ πήρε τη φαβορίτα. Όμως, η μηχανή του ξέφυγε και μου κοψε τ’ αυτί. Σωριάστηκε κάτω στο πάτωμα ανάμεσα στις τρίχες. Αίμα ανέβλυσε από το κεφάλι μου.


Έμεινα ψύχραιμος. Το χέρι πανικοβλήθηκε. Άρχισε να μου ζητάει συγγνώμη. Άρπαξε το συρραπτικό.


«Να δώσε μου λίγο χρόνο. Θα το κολλήσουμε», είπε και συμπλήρωσε «κάπου είχα εδώ και μια κόλλα στιγμής».


Εγώ ήρεμος του απάντησα, «Ηρέμησε. Καλά έκανες. Κόψε και το άλλο».


Το χέρι σάστισε. Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο απορία.


«Σίγουρα;» ρώτησε.


«Ναι σίγουρα. Έτσι δε θα ακούω πια τις ειδήσεις. Ούτε και λόγια ανθρώπων που με στενοχωρούν. Δε θα πληγώνομαι άλλο», είπα γεμάτος σιγουριά και αυτοπεποίθηση.


Το χέρι μου έγνεψε καταφατικά. Άλλωστε δε θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά. Ήταν δικό μου. Με μία κίνηση μου έκοψε και το άλλο αυτί.


Κι έτσι βυθίστηκα στην ησυχία. Ανακουφιστικό, δε λέω. Όμως, λίγες ώρες αργότερα, συνειδητοποίησα πως το να μην ακούω, δε λύνει από μόνο του το πρόβλημα.


Γι’ αυτό λοιπόν το αποφάσισα. Έτριψα τα χέρια μου καλά κι έσβησα τα ζωγραφισμένα μάτια, το μουστάκι και τη μύτη. Έπιασα ξανά το στυλό. Έβγαλα κι ένα κουτάλι απ’ το συρτάρι της κουζίνας. Το χέρι μου θα άλλαζε πρόσωπο. Αύριο, έχω κατ’ οίκον ραντεβού στον οφθαλμίατρο.

  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png