• Λοϊζος Μπιτσικώκος

Σύντροφοι


Ήθελα να ξεφύγω από όλα και από όλους. Όσα δε με αφήναν να σκεφτώ. Ευτυχώς με πήρε τηλέφωνο ο Γεράσιμος.


«Πάμε για καφέ;», με ρώτησε.



Το σκέφτηκα. Βαριόμουν να κάτσουμε ξανά με τις ώρες στο ίδιο καφέ. Είχε και ωραία μέρα.


«Πάμε στο βουνό!», του απάντησα.


Γιατί όπως έχει πει κάποιος σοφός (δηλαδή εγώ), όταν το κεφάλι σου πάει να σπάσει, ανέβαινε ψηλά και περπάτα ανάμεσα στα δέντρα. Κι η Πάρνηθα είναι το μόνο πραγματικό βουνό της Αθήνας.


Μπήκαμε στο καταφύγιο και άρχισα να λέω, «Ε μετά από τόσο περπάτημα, το κερδίσαμε το φαγητό». Αλλά στην πραγματικότητα, μόλις είχαμε φτάσει. Παραγγείλαμε και κάτσαμε.


Πίσω μου άρχισε να τρέχει μια ομάδα ανθρώπων ντυμένοι ως καρατερίστες. Ήταν απόκριες αλλά αυτοί φαίνονταν να ξέρουν τι κάνουν. Τελικά δεν ήταν καρναβαλιστές. Κάνανε προπόνηση στο βουνό. Στο γυρισμό ακούγαμε τις φωνές τους που έσπαγαν την ησυχία.


«Χάι, Χα, Χάι, Χα»


Φάγαμε και φουσκώσαμε. Μακαρόνια με κιμά, Λουκάνικο και για σαλάτα μία Μπριζόλα χοιρινή.


Θα ‘θελα να ‘ταν κι άλλοι άνθρωποι μαζί μας στο μικρό ξύλινο τραπέζι. Να τρώγαμε μαζί. Ο Κωνσταντίνος, η Αντιγόνη, η Δέσποινα, η Δήμητρα, η Βασιλική, η Γεωργία, η Παναγιώτα, ο Δημήτρης. Και άλλοι που δεν συμπληρώνω σε αυτή την πρόχειρη λίστα επίτηδες. Και άλλοι που άθελά μου ξεχνάω να προσθέσω. Άνθρωποι που ξέρω, ήξερα και θα θελα να μάθω περισσότερο. Μα ήταν μόνο ο Γεράσιμος εκεί. Ίσως και καλύτερα γιατί τρία πιάτα φαγητό δε φτάναν για όλους αυτούς. Αν και μπορούσαμε να παραγγείλουμε κι άλλα.


Κι έτσι φουσκωμένος, μπόρεσα και σκέφτηκα. Θυμήθηκα τις ξέγνοιαστες μέρες στην κατασκήνωση που καθόμασταν σε αυτά τα ξύλινα τραπέζια με τους πάγκους και τρώγαμε μακαρόνια με κιμά και πατάτες ογκρατέν. Πάντα έπαιρνα διπλή μερίδα γιατί ήμουν ψηλός, πράγμα που δικαιολογεί και την τωρινή μου κοιλίτσα.


Κατάλαβα από που ήθελα να ξεφύγω και που ήθελα να βρεθώ, τι ήθελα και τι έψαχνα. Συντροφικότητα. Να τρώω στο ίδιο τραπέζι. Να μοιράζομαι το σημαντικότερο πράγμα για έναν άνθρωπο, αυτό που δεν μπορεί κανείς να μην έχει καθημερινά ή τουλάχιστον δεν πρέπει να του λείπει. Το φαγητό.


Σηκωθήκαμε γεμάτοι κι έπειτα περπατήσαμε στο βουνό συζητώντας για όσα μας βασανίζουν. Ποιοι είμαστε, που πάμε, τι θέλουμε από εμάς και από τους άλλους. Κι όπως περπατούσαμε, βρεθήκαμε σε ένα σταυροδρόμι με δρόμους κλειστούς, δρόμους ανοιχτούς και δρόμους κρυφούς ακόμα. Κι ακούγοντας τις κραυγές από την προπόνηση πολεμικών τεχνών, διώξαμε τις αγωνίες μας μακριά με μεταφορικές κλωτσιές καράτε. Και το σταυροδρόμι μεταφορικό ήταν. Ήπιαμε και τσάι και καφέ για να χωνέψουμε. Και λίγες βδομάδες μετά χωνέψαμε και βρεθήκαμε να τρώμε μαζί ξανά. Αυτή τη φορά ήταν και ο Κωνσταντίνος από την πρόχειρη λίστα μου. Τρεις σύντροφοι, τρεις φίλοι.


Τουλάχιστον, έχουμε ο ένας τον άλλο.

  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png