• Λοϊζος Μπιτσικώκος

Οι Κοτομπουκιές σκοτώνουν τον Έρωτα


Εκείνο το βράδυ το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ. Είχα περάσει μία δύσκολη βδομάδα και το Σάββατο ήταν η ευκαιρία μου για έναν καλό ύπνο. Η μοίρα όμως μου έπαιζε ξανά το ύπουλο παιχνίδι της.


Όλα άρχισαν όταν μίλησα με την Η. το προηγούμενο πρωί και κανονίσαμε να έρθει να κοιμηθεί σπίτι μου. Τελευταία στιγμή έμαθε πως θα δούλευε ως αργά. Όμως, ήθελα πολύ να την δω και ανυποψίαστα της έστειλα:




Γύρισα σπίτι, έπλυνα τα δόντια μου, έβαλα τις πιτζάμες μου (ένα έντονο πορτοκαλί χίπικο πουκάμισο που χα πάρει για σπάσιμο σε κάποια καθωσπρέπει, αλλά ήρθα στα λογικά μου και το φοράω μόνο για τον ύπνο).


Σκέφτηκα πως κι η Η. αυτό θα κάνει μόλις έρθει τα άγρια χαράματα. Θα πλύνει τα δόντια της, θα ξεβαφτεί και θα χωθεί κάτω από τα σκεπάσματα που θα ‘χω ζεστάνει για το κουρασμένο της κορμί. Όμως τα πράγματα δεν ήταν καθόλου έτσι. Και πια ξέρω πως για ότι έγινε εκείνο το βράδυ δε φταίει κανείς άλλος εκτός από τα Μακντόλαντς.


Η Η. όντως με πήρε τηλέφωνο και της άνοιξα αναμαλιασμένος. Δε μιλούσα, μούγκριζα. Παραπατούσα κι είχα τα μάτια μου μισόκλειστα, να μη μου φύγει ο ύπνος. Με το πορτοκαλί χυτό πουκάμισο και τις γυμνές πατούσες μου (νο 47) πρέπει να έμοιαζα με τον μεγαλοπόδαρο. Όμως η Η. δεν ήταν μόνη. Όχι, δεν έφερε τον άγνωστο που γνώρισε στο μπαρ να μου ανακοινώσει πως θα παντρευτούνε απόψε στο Βέγκας της Ελλάδας (αν υπάρχει). Είχε φέρει μια σακούλα Μακντόναλντς από το ντραϊβ ιν.


Όσο το δυνατόν πιο αθόρυβα άρχισε να μασουλάει. Η χαρτοσακούλα έκανε χρατς χρουτς κι ενοχλημένος στριφογύρισα στο κρεβάτι.


«Θες μια κοτομπουκιά;» με ρώτησε.


«Όχι», είπα κοφτά, «Τι κάνει έτσι;»


«Συγγνώμη, τρώω» απάντησε με βραχνή φωνή γεμάτη εξάντληση.


Ξεφύσηξα.


Έχωσα το μαξιλάρι πάνω από το κεφάλι μου να μην ακούω το διαπεραστικό ήχο από το πλαστικό και το μασούλημα.


«Θες μια κοτομπουκιά;» με ξαναρώτησε.


«Θέλω να κοιμηθώ», φώναξα.


Στην πραγματικότητα ήθελα κοτομπουκιά, αλλά είχα φάει πριν ξαπλώσω και δεν πεινούσα καθόλου. Εκείνη στεναχωρήθηκε γιατί τις είχε φέρει για μένα.


Με τα πολλά μασουλητά και ερωτήματα, ξύπνησα. Και πάνω που πήγα να την πάρω αγκαλιά λέγοντάς της «τώρα ορίστε, τα κατάφερες, ας κάνουμε παρέα», εκείνη μου απάντησε «άστο, τώρα νύσταξα εγώ» και γυρίζοντας πλευρό άρχισε να αναπνέει βαριά.

Με το μάτι κάγκελο και το ελαφρύ γλυκό ροχαλητό της Η. σκέφτηκα στο σκοτάδι, πως το γρήγορο φαγητό δε θα ξεκάνει έτσι γρήγορα και τη σχέση μας. Αλλά και από την άλλη πως θα μπορούσε να ‘χε φάει στην κουζίνα κι εγώ να κοιμηθώ ήσυχος.


Κοιτώντας το ταβάνι, με πήρε ο ύπνος και ονειρεύτηκα πως η Η. είχε έρθει το ίδιο βράδυ και ήμουν ξύπνιος και μου πρόσφερε τις κοτομπουκιές και έφαγα μαζί της και λίγες πατάτες με κέτσαπ.


Το πρωί ξύπνησα, της έφτιαξα καφέ και έφαγε την τελευταία πανιασμένη κοτομπουκιά και μία πατάτα που ‘χε μείνει από χτες.


«Ήταν πιο ωραίες χτες το βράδυ», είπε.


Όλα είναι πιο ωραία το βράδυ, ακόμα κι οι συζητήσεις που δε γίνονται. Ακόμα κι οι κοτομπουκιές των Μακντόναλντς.


Αυτή ήταν και η αρχή του τέλους για μας τους δυο. Δε μπορούσαμε να δώσουμε ο ένας στον άλλο αυτό που χρειαζόταν. Δεν εννοώ κοτομπουκιές και ύπνο. Ο καθένας συνέχισε το δρόμο του, που μπορεί ή όχι να οδηγήσει ξανά σε ίδια μονοπάτια.


Δεν ξέρω αν η Η. βρήκε πλέον κάποιον άλλον να μοιράζεται τις κοτομπουκιές της, πάντως εγώ μπορεί να κοιμάμαι μόνος αλλά δεν κοιμάμαι ήσυχος. Κοιτάω το ταβάνι όπως και κείνο το βράδυ. Κι όσο κι αν ήθελα τότε να κοιμηθώ, τώρα εύχομαι να είχα μείνει ξύπνιος. Να ‘χαμε περάσει άλλη μία νύχτα μαζί, συζητώντας, αγγίζοντας, μυρίζοντας και νιώθοντας. Και που και που τσιμπώντας καμιά κοτομπουκιά, όσο ήταν φρέσκες.

  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png