• Μαρίνα Κρασαδάκη

Love is Blind

Κλεισμένοι στα σπίτια μας, δεν ξέρω για πόσο ακόμα, τα views σε πλατφόρμες όπως YouTube και Netflix έχουν πάρει φωτιά. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι υπάρχει πολύ ποιοτικό περιεχόμενο, όμως σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς πολύ είναι αυτοί που αποζητούν κάτι πιο ανάλαφρο για να γεμίσουν τις κενές τους ώρες. Ή τουλάχιστον αυτός θέλω να πιστεύω ότι είναι ο λόγος που το reality του Netflix «Love is Blind» έγινε τόσο δημοφιλές στις ελληνικές, και όχι μόνο, οθόνες.

Το αυτοαποκαλούμενο πείραμα «Love is Blind», λοιπόν, είναι ένα reality το οποίο καλεί άνδρες και γυναίκες να επιλέξουν τον ή την σύντροφο τους, αρχικά τουλάχιστον, βασισμένοι μόνο στη συναισθηματική σύνδεση που θα αναπτύξουν. Για να επιτευχθεί αυτό, βγαίνουν πολύωρα ραντεβού στις κάψουλες, οι οποίες είναι δωμάτια με αντικριστές εισόδους και ένα αδιαφανές γυαλί πους τα χωρίζει στη μέση. Έτσι στην επιλογή των συντρόφων τους δεν παίζει κανένας ρόλος η εμφάνιση. Μόλις αποφασίσει κάποιος ότι βρήκε τον άνθρωπο του, του κάνει πρόταση γάμου, κι αν ο δεύτερος δεχτεί, θα δουν τελικά ο ένας τον άλλον ως αρραβωνιασμένο ζευγάρι. Από εκεί το ζευγάρι θα βρεθεί στο Μεξικό για διακοπές για να μπορέσει να δεθεί κι άλλο, αυτή τη φορά όχι συναισθηματικά. Αν κι αυτό πάει καλά, γυρνάνε πίσω στην πραγματικότητα και στην οργάνωση ενός γάμου με μόνο τέσσερις εβδομάδες διαφορά από τον αρραβώνα και την πρώτη τους συνάντηση.

Ας ξεκινήσουμε από το γεγονός ότι οι άνθρωποι οι οποίοι συμμετείχαν στο «πείραμα» ήταν όλοι, σύμφωνα με τα πρότυπα της κοινωνίας εννοείται, όμορφοι. Μία από τις διαγωνιζόμενες λέει στο δεύτερο επεισόδιο “Είχα πάρει 19 κιλά κάποια χρόνια πριν» μιλώντας για τις ανασφάλειες της όσον αφορά το σώμα της. Γιατί όμως δεν συμμετείχε μία κοπέλα που είχε τη στιγμή των γυρισμάτων «πρόβλημα» με το βάρος της, με το σώμα της, με το πρόσωπο της, με τα μαλλιά της; Η αγάπη είναι τυφλή μόνο αν ταιριάζεις εξωτερικά με τα ιδανικά της κοινωνίας; Μάλλον αυτό είναι ένα από τα μηνύματα που περνάει το reality, καθώς δεν άνοιξε καν αιτήσεις συμμετοχής, αλλά επιλέχθηκαν απευθείας άτομα από την παραγωγή με βάση τα προφίλ τους σε Instagram και Tinder.

Ταυτόχρονα, η εκπομπή δεν θέλησε μόνο να μιλήσει για το κατά πόσο ο έρωτας είναι τυφλός, αλλά φρόντισε να θίξει και άλλα θέματα, όπως τον διαφυλετικό γάμο (interracial marriage), την αμφιφυλοφιλία (bisexuality), τη μεγάλη διαφορά ηλικίας, ενώ δεν θα μπορούσε να ξεφύγει ούτε ο φεμινισμός από τα δόντια τους. Καθόλου σκηνοθετημένο το reality το οποίο έδωσε σε διαφορετικά ζευγάρια διαφορετικά taboo προβλήματα να αντιμετωπίσουν. Ωστόσο, ίσως και να μπορούσε να περάσει κάτι στους τηλεθεατές αν δεν ήταν τόσο υπερβολικό στην προσέγγιση του σε πολλά από τα θέματα ώστε να φτάνει να πατάει την καθόλου λεπτή γραμμή μεταξύ της τοποθέτησης επί ενός κοινωνικού ζητήματος και της σάτιρας του. Επίσης να σημειώσουμε ότι δεν συμπεριλήφθηκαν καθόλου ομόφυλα ζευγάρια, αλλά δεν θα επεκταθώ παραπάνω σε αυτό.

Και φυσικά η υπερβολή δεν φάνηκε μόνο εκεί. Τα «Σ’ αγαπώ» στην τέταρτη μέρα γνωριμίας μεταξύ των ζευγαριών θα ήταν κανονικά λόγος να κλείσω επί τόπου το παράθυρο του Netflix και να ανοίξω το YouTube να δω «Δύο ξένους», αν δεν είχα αποφασίσει να γράψω γι’ αυτά. Τα «Σ’ αγαπώ», βέβαια, είναι μόνο η αρχή του κακού, καθώς όπως προανέφερα τα ζευγάρια αυτά δοκιμάζουν την «αγάπη» τους με την συγκατοίκηση δύο μόλις εβδομάδες μετά τη γνωριμία τους, ενώ στις τέσσερις εβδομάδες παντρεύονται. Ζούμε σε μία εποχή που το «Σ’ αγαπώ» έχει γίνει καραμέλα, που οι άνθρωποι μπαίνουν και βγαίνουν από γάμους λες και είναι λεωφορεία, σε μία εποχή που το να βρεις το άλλο σου μισό έχει γίνει αυτοσκοπός και που για πολλούς υπάρχει μόνιμα ένα ρολόι στο κεφάλι τους να τους θυμίζει πως ο χρόνος περνάει. Και πολύ φοβάμαι πως εκεί στήριξε την επιτυχία του το «Love is Blind».

Γενικότερα πιστεύω ότι οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν μέσω του «πειράματος» ήταν κατ’ εξοχήν βασισμένες στο ψέμα· αρχικά το ψέμα του συνδρόμου των «social media». Τι θέλω να πω με αυτό; Έχουμε αποδείξει περίτρανα ότι δεν είμαστε οι ίδιοι πίσω από την οθόνη του υπολογιστή, του tablet ή του κινητού μας, ότι ξέρουμε να παρουσιάζουμε την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας ή ακόμα και μία εκδοχή ενός εαυτού που ίσως θα θέλαμε να είμαστε, όταν δεν αντιμετωπίζουμε τους άλλους face-to-face. Τι διαφορά έχει λοιπόν η γυάλινη οθόνη από τον γυάλινο τοίχο; Αυτός θεωρώ ότι είναι και ο λόγος που πολύ εύκολα άρχισαν να φαίνονται οι ρωγμές στις εύθραυστες αυτές σχέσεις, παρ’ όλο που στην πραγματική ζωή το γυαλί αρχίζει συνήθως να σπάει λίγο αργότερα από τις δύο εβδομάδες. Ένα δεύτερο ψέμα στο οποίο βασίστηκε το reality είναι το ότι, επειδή η επιλογή του συντρόφου δεν έγινε με γνώμονα στην σωματική έλξη, το αποτέλεσμα αυτών των σχέσεων είναι η αγάπη. Φυσικά δεν είμαι σε θέση να κρίνω πόσο γρήγορα μπορεί να αγαπήσει ένας άνθρωπος έναν άλλο σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, όμως θεωρώ και κοινή γνώση όλων μας ότι το συναίσθημα που έχει κανείς σε μία σχέση τον πρώτο μήνα είναι ως επί το πλείστον ενθουσιασμός και όχι αγάπη. Έγιναν, λοιπόν, αυτοί οι γάμοι, όσοι έγιναν δηλαδή, λόγω ενθουσιασμού -και λόγω της εκπομπής προφανώς- και όχι μετά από καλλιέργεια της αμοιβαίας αγάπης που έδενε το ζευγάρι. Αναγνωρίζω βέβαια ότι αν ονόμαζαν το reality «Excitement is Blind» μάλλον δεν θα το έβλεπε κανείς.

Πιστεύω ότι δεν χρειάζεται να απαντήσω στην ερώτηση «Is love really blind?» Η εκπομπή κάνει εξαιρετική δουλειά να καταρρίπτει τη θέση της από μόνη της.

Η αλήθεια είναι ότι λόγω της πανδημίας και του #menoumespiti υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που δεν ξέρουν τι να κάνουν τόσες ώρες στο σπίτι, κυρίως αυτοί που δεν μπορούν να φέρουν τη δουλειά τους στο σπίτι. Η γνώμη μου είναι δείτε κάτι άλλο, διαβάστε κανένα βιβλίο. Ωστόσο, αν με αυτή τη σειρά θέλετε απλά να σκοτώσετε το χρόνο σας, δείτε τη. Πάντως όσο κενό σας χρόνο αφιερώσετε, σίγουρα θα παραμείνει κενός.

  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png