• Λοϊζος Μπιτσικώκος

Η ζωή τρώγεται


Σκέφτομαι πολύ το φαγητό. Δεν το λατρεύω απλά. Το ποθώ. Τρελαίνομαι να παραφουσκώνω τα μάγουλά μου με δαύτο. Σε όλη μου τη ζωή, ένιωθα μια βαθιά επιθυμία, ένα κάλεσμα για φαγητό.


Όλα άρχισαν στην κουζίνα της γιαγιάς μου, καθαρίζοντας φασολάκια και σπάζοντας τις τρυφερές άκρες τους με τα μικρά μου χέρια. Όμως, αυτό που ενθουσίαζε πραγματικά τα παιδικά μου μάτια ήταν το καθάρισμα του ροδιού. Ο παππούς μου έστρωνε το τραπέζι με φύλλα χτεσινών εφημερίδων και μαζί πιτσιλίζαμε την κουζίνα με κόκκινους χυμούς. Αυτή πρέπει να ταν και η πρώτη μου επαφή με τη σύγχρονη τέχνη.


Αγαπημένη ασχολία μου ήταν επίσης να φτιάχνω με την αδερφή μου ένα μείγμα από ότι βρίσκαμε στο ψυγείο και στα ντουλάπια του σπιτιού. Το ονομάζαμε «εμετό». Αν είχα γίνει μουσικός, αυτά θα ήταν τα πρώτα δείγματα αυτοσχεδιασμού. Πετάγαμε στο μπλέντερ φέτες από μπανάνα, μανταρίνι (με τη φλούδα), αλεύρι, ζάχαρη, αλάτι, λίγο λάδι, ρίγανη, πάπρικα, κάρυ, κανέλα, μοσχοκάρυδο, μέλι, κι άλλο αλεύρι, λίγες πατάτες που χαν μείνει από χτες. Πατάγαμε το κουμπί και το μείγμα μετατρέπονταν σε ένα νερουλό σκουρόχρωμο χυλό που όταν τον μύριζες σου φερνε αναγούλα. Δε θυμάμαι να μασταν ποτέ τόσο τολμηροί ώστε να το δοκιμάσουμε.


Κι ύστερα ήρθε το πρώτο μου κεϊκ, στο δημοτικό. Μέσα στην κουζίνα βίωσα την πρώτη μου αποτυχία. Είχα ακούσει πως παρότι είναι γλυκό πρέπει να βάλεις και αλάτι. Κι έβαλα μπόλικο. Όταν το δοκίμασα κατάλαβα πως η φράση μια πρέζα αλάτι σημαίνει πολύ λίγο. Ήταν σαν κεικ σοκολάτα που χες μουλιάσει στη θάλασσα.


Αργότερα έπεσε στα χέρια μου ένα βιβλίο μαγειρικής με κουζίνες του κόσμου. Τηγάνισα μπανάνες. Δεν ήταν και πολύ νόστιμες. Κάπου εκεί προσθέτουμε γνωστό τηλεοπτικό μάγειρα με κοιλίτσα και πορτοκαλί μουστάκι και πασπαλίζουμε με περιοδικό Γαστρονόμος. Νέες ιδέες για συνταγές και ερεθίσματα. Έμαθα να δοκιμάζω αλλά και να σκέφτομαι, να μελετάω εξονυχιστικά.


Στην ενήλικη ζωή μου έπνιξα έναν χωρισμό στη μαγειρική. Άλλοι πνίγουν τον πόνο τους σε μπαρ, εγώ τον έπνιξα μέσα στην κατσαρόλα. Εκείνη την περίοδο έφτιαξα πίτσες, ντολμαδάκια, αραβικές πίτες, άνοιξα φύλο για σπανακόπιτα, κοτόπουλο στο φούρνο με πατάτες, αυγά σε όλες τις διαφορετικές εκδοχές τους , ντάμπλινγκς, νουντλς, γιουβαρλάκια, κιμά για μακαρόνια, κοτόπουλο αλα κρεμ, μπριαμ, γεμιστά. Όλα τα έμαθα τότε.


Αργότερα έμεινα μόνος μου, έπειτα συγκατοίκησα κι έμαθα να φροντίζω τον εαυτό μου καθημερινά, να μοιράζομαι, να υποχωρώ, να δουλεύω με όσα έχω. Με όσα έχω στο ψυγείο δηλαδή.


Και φτάσαμε στο σήμερα, πλέον προσπαθώ να κάνω τα πιάτα εμφανίσιμα. Δεν τα καταφέρνω. Το ταλέντο μου αντικειμενικά είναι στο να τρώω παρά να παρουσιάζω. Και στην τελική γι’ αυτό προορίζονταν, για κατανάλωση. Αφού όλα στο στομάχι πάνε, καταλαβαίνω το βαθύτερο νόημα των πραγμάτων. Ή έτσι νομίζω.


Όμως σήμερα δεν έχω όρεξη να μαγειρέψω, δεν είναι ότι ο πόθος σβήνει μαζί με τις απαγορεύσεις, είναι ότι νιώθω πως είμαι σε αναμονή κάτι να γίνει. Περιμένω κάτι να σταματήσω να σκέφτομαι το φαγητό. Παρ’ όλα αυτά είναι νομίζω αναπόφευκτα στο μυαλό μου. Η μαγειρική ή μάλλον η απουσία της με διδάσκει ακόμη μία φορά, πως ότι σε παθιάζει δεν μπορεί να φύγει τόσο εύκολα. Από την άλλη μπορεί και να μαι απλώς λαίμαργος.


Πάντως, τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές στον κόσμο υπάρχουν:

-1491470 κρούσματα

-87444 νεκροί

-319060 που χουν γιατρευτεί.


Και κάπου εκεί έξω, ένας μικροσκοπικός αόρατος βλαμμένος σκέφτεται όπως κι εγώ:

«Τι θα φάμε και σήμερα?»


Κυριολεκτικά και μεταφορικά, η ζωή τρώγεται.

  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png