• Λήδα Γανωτάκη

Κολόμπους: μια ωδή στις μικρές, καθημερινές στιγμές

“What about everyday life? Are we losing interest in everyday life?”


Μερικές φορές, όσο ενδεχομένως δραματικό και αν ακούγεται, μια ταινία έρχεται στη ζωή σου την κατάλληλη στιγμή, ακριβώς όταν τη χρειάζεσαι. Αυτό συνέβη και σε μένα με το Κολόμπους, μια ταινία την οποία σκόπευα να δω εδώ και πάρα πολύ καιρο, συνεχώς όμως για κάποιο λόγο το ανέβαλα, παρόλο που, ξέροντας κάποια γενικά στοιχεία, ήμουν αρκετά σίγουρη ότι θα μου άρεσε. Όταν τελικά έκατσα να τη δω, στο τέλος μιας όχι και τόσο καλής μέρας, ήμουν σίγουρη από το πρώτο κιόλας μισάωρο ότι αναπόφευκτα θα γινόταν μια από τις αγαπημένες μου· ακόμα περισσότερο, ότι επρόκειτο για μια ταινία κατά κάποιο τρόπο “δική μου”.


Το Κολόμπους λοιπόν αποτελεί το ντεμπούτο του Κορεάτη σκηνοθέτη και σεναριογράφου Kogonada. Διαδραματίζεται στην ομώνυμη πόλη της Ιντιάνα των ΗΠΑ, Mέκκα των αρχιτεκτονικών πειραμάτων του μοντερνισμού σε αυτή τη γωνιά της Αμερικής. Ένας διάσημος καθηγητής αρχιτεκτονικής, ο οποίος έχει καταφτάσει στην πόλη με σκοπό να βγάλει μια ομιλία σχετικά με το έργο του μεταφέρεται επειγόντως στο νοσοκομείο μετά από ένα εγκεφαλικό. Τρομοκρατημένη, η γραμματέας του έρχεται σε επικοινωνία με το γιο του, Τζιν (John Cho), ο οποίος, αν και πρακτικά αποξενωμένος από τον πατέρα του, καταφτάνει στην πόλη προκειμένου να σταθεί στο πλευρό του. Εκεί, γνωρίζει την εικοσάχρονη Κέισι (Haley Lu Richardson), η οποία είναι παθιασμένη με την αρχιτεκτονική, δουλεύει στην κεντρική βιβλιοθήκη του Κολόμπους και ζει με τη μητέρα της. Οι δυο τους, αν και φαινομενικά τελείως ασύμβατοι ως χαρακτήρες, έρχονται κοντά και αναπτύσσουν μια ιδιαίτερη φιλία μέσα από ήρεμους περιπάτους και βαθιές συζητήσεις.



Συνυφαίνοντας θέματα όπως η αρχιτεκτονική, η οικογένεια, η μοναξιά, η επιθυμία για μια καλύτερη ζωή αλλά ταυτόχρονα και ο φόβος της αλλαγής, ο Kogonada εξυμνεί την ομορφιά, τη γλυκιά μονοτονία και τις διακριτικές, βαθιά προσωπικές πτυχές της καθημερινής ζωής. Η κάμερα ακολουθεί τους χαρακτήρες στις ήσυχες στιγμές της μέρας τους, όταν είναι χαμένοι στις σκέψεις καθώς φτιάχνουν καφέ το πρωί και όταν συζητούν για όσα τους φοβίζουν αργά το βράδυ υπό τα νέον φώτα ενός κλειστού εμπορικού κέντρου. Ταυτόχρονα, ο τρόπος που οι πρωταγωνιστές κινηματογραφούνται δε γίνεται ούτε στιγμή παρεμβατικός, καθώς ο Kogonada τους δίνει το χώρο να “αναπνεύσουν” και να ξεδιπλωθούν με τους δικούς τους ρυθμούς. Ολόκληρη η ταινία αποπνέει μια οικειότητα: άνθρωποι και χώροι που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ, όσο περνά η ώρα αρχίζουν να φαντάζουν όλο και περισσότερο σαν μισοξεχασμένο όνειρο, σαν ένα μέρος που όλοι ζήσαμε για λίγο όταν ήμασταν μικροί. Κάθε σκηνή είναι μαγευτική· αριστοτεχνικά δομημένη και τέλεια ισορροπημένη, τόσο ως προς την τοποθέτηση των στοιχείων μέσα στο πλάνο όσο και ως προς την προσεκτική αντίθεση των χρωμάτων. Η κάμερα του Kogonada κοιτά τα πάντα με τόση ευαισθησία και αγάπη για κάθε μικροσκοπική λεπτομέρεια που είναι πρακτικά αδύνατο να μη νιώσεις, έστω και λίγο, το πάθος με το οποίο προσεγγίζει τόσο την ίδια την ταινία όσο και την τέχνη του κινηματογράφου γενικότερα.



Αυτή είναι ίσως και η κυριότερη θεματική που διατρέχει το Κολόμπους, καθιστώντας το για μένα μια ταινία κάθε άλλο παρά καθημερινή ή μονότονη: το πάθος. Σε έναν από τους πρώτους περιπάτους τους, η Κέισι και ο Τζιν φτάνουν μπροστά στο “δεύτερο αγαπημένο κτίριο” της Κέισι, μια μοντερνιστική τράπεζα, από τις πρώτες στην Αμερική. Ο Τζιν, παρόλο που δηλώνει ότι σιχαίνεται την αρχιτεκτονική, της ζητά να του μιλήσει για αυτό και εκείνη ξεκινάει να παραθέτει πληροφορίες. Πριν προλάβει ωστόσο να προχωρήσει με την ανάλυση σύνθεσης και της δομής του, εκείνος τη διακόπτει, οπότε και ακολουθεί ο εξής διάλογος:


Τζιν: Είπες ότι αυτό είναι ένα από τα αγαπημένα σου κτίρια.

Κέισι: Είναι.

Τζιν: Γιατι; Σου αρέσει θεωρητικά, λόγω των στοιχείων που ξέρεις;

Κέισι: Όχι, πέρα από αυτό, με συγκινεί.

Τζιν: Ναι! Ναι, πες μου γι' αυτό! Τι σε συγκινεί;

Κέισι: Νόμιζα ότι μισούσες την αρχιτεκτονική.

Τζιν: Ναι. Αλλά με ενδιαφέρει οτιδήποτε σε συγκινεί.”


Αυτός ο διάλογος είναι για μένα η ουσία του Κολόμπους. Ο Τζιν, η Κέισι και κατ’ επέκταση ο καθένας από εμάς, κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε για να επιβιώνουμε μέρα με τη μέρα, για να φροντίζουμε εκείνους τους οποίους αγαπάμε· προσπαθούμε, θυσιάζουμε, πέφτουμε και σηκωνόμαστε ξανά και ξανά. Η ζωή όμως είναι παραπάνω από απλή επιβίωση, είναι πάθος. Η δημιουργία σχέσεων με εκείνους που μοιράζονται τα πράγματα για τα οποία είμαστε παθιασμένοι, οι οποίοι πραγματικά μας καταλαβαίνουν είναι ένα από τα ομορφότερα και βασικότερα κομμάτια του να είναι κανείς άνθρωπος. Ακόμα περισσότερο, οι σχέσεις (όπως εδώ στην περίπτωση του Τζιν και της Κέισι) όπου το άλλο άτομο ίσως δεν καταλαβαίνει ακριβώς, αλλά παρ’ όλα αυτά θέλει να μας ακούσει να μιλάμε για ώρες για όσα μας ενθουσιάζουν, απλά και μόνο επειδή νοιάζεται για μας και για όσα έχουμε να πούμε είναι κάτι σπάνιο και, για μένα, από τις πιο ειλικρινείς μορφές αγάπης που μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε δύο ανθρώπους.



Είναι πιστεύω προφανές σε αυτό το σημείο ότι το Κολόμπους κατάφερε να με αγγίξει. Παρόλο που ενδεχομένως σε κάποιους να φανεί υπερβολικά νωχελική, προσωπικά έχω καιρό να νιώσω κάτι τόσο έντονο βλέποντας μια ταινία. Στο εσωτερικό της ο Kogonada καταφέρνει να αποστάξει ένα συναίσθημα το οποίο, ιδιαίτερα μετά από αυτό τον (σχεδόν) ενάμιση χρόνο είναι σχεδόν επίπονα τρυφερό και νοσταλγικό. Το Κολόμπους μου θυμίζει πόσο μου λείπει αυτή η γαλήνια, υποτιμημένη καθημερινότητα με τις δημόσιες βιβλιοθήκες και τις μεταμεσονύκτιες βόλτες. Ταυτόχρονα όμως, στον πυρήνα του βρίσκεται η υπενθύμιση ότι παρά το φόβο του αγνώστου και τις αναπόφευκτες απώλειες, όσο έχουμε ο ένας τον άλλο, όσο έχουμε άτομα δίπλα μας με τα οποία μπορούμε να μιλάμε για ώρες, ακόμα και αν δεν καταλαβαινόμαστε πάντα απόλυτα, θα είμαστε εντάξει.


  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools