• The Unplug

BABYTEETH - Επίσημη Συμμετοχή Φεστιβάλ Βενετίας 2019

Βραβείο Marcello Mastrogianni Καλύτερου Ηθοποιού – Τoby Wal

Συγκινητικό, προκλητικό, ελπιδοφόρο αλλά πάνω απ' όλα, ανθρώπινο. Το Babyteeth θα κάνει πολλούς να δακρύσουν.

THE SYDNEY MORNING HERALD


Μια δυναμική, αλλά καταστροφικά περιοριστική ιστορία ενηλικίωσης.

VARIETY


Αστεία και συγκινητική... Ο Ben Mendelsohn και η Essie Davis είναι απολύτως πειστικοί.

SCREEN INTERNATIONAL


Ζωντανή και ελκυστική. Ειλικρινής και συγκινητική.

INDIEWIRE


Μια έκρηξη... Κινητικά κατευθυνόμενη με πινελιές αισθητικής άνθισης και ένα υπέροχο νεανικό, καλειδοσκοπικό soundtrack. Μια ζωντανή, γλυκόπικρη βόλτα...

AWARDS DAILY


Μια σπαραξικάρδια κωμωδία για το πόσο τέλειο είναι να μην έχεις ακόμα πεθάνει και για το πόσο μακριά θα έφτανες για την αγάπη.


Σύνοψη


Όταν η σοβαρά άρρωστη έφηβος Μίλλα ερωτεύεται τρελά το βαποράκι Μόζες, ο χειρότερος εφιάλτης των γονιών της γίνεται πραγματικότητα. Όμως, καθώς η αναπάντεχη επαφή της Μίλλα με τον πρώτο έρωτα της φέρνει μια νέα λαχτάρα για ζωή, κάθε συμβατική ηθική στον περίγυρό τους κατεδαφίζεται. Επίσημη συμμετοχή στο Φεστιβάλ Βενετίας 2019 και Βραβείο Marcello Mastrogianni Καλύτερου Ηθοποιού για τον Τoby Wallace στο ρόλο του Μόζες.


18 Ιουνίου στους κινηματογράφους από το Cinobo (και στο πλαίσιο των Cinobo Nights: https://cinobo.com/cinobonights/)


Φωτογραφίες, poster, press kit: https://drive.google.com/drive/folders/1BsncMEQ-JV2NSLRfLljrzKKiFua6oxJC?usp=sharing Trailer:

https://youtu.be/E3GEjf4x9hM


Σημείωμα της σκηνοθέτη Shannon Murphy


Η φιλοδοξία μου με το Babyteeth ήταν να βρω μια κινηματογραφική γλώσσα που να ταιριάζει στον ιδιαίτερο τόνο της ασέβειας και της ενσυναίσθησης αυτού του έξυπνα καθηλωτικού σεναρίου της Rita Kalnejais. Εμπνεύστηκα από την πρόκληση της εναρμόνισης της δυαδικότητας του χιούμορ και του πόνου που πλαισιώσουν κάθε σκηνή της ταινίας. Δε θα μπορούσε να υπάρχει τίποτα το προσωρινό στην προσέγγισή μου να αναπαραστήσω με αυθεντικότητα την πρωταγωνίστρια Μίλλα, που στα 15 της αισθάνεται πιο ζωντανή από ποτέ, καλείται όμως ξαφνικά να αντιμετωπίσει τη δική της θνησιμότητα. Η γλώσσα της ταινίας είναι στυλιζαρισμένη, με εναλλαγές διαλόγου και κοψίματα μουσικής, ώστε να επιτρέπει στον θεατή να κινείται και να μετατοπίζεται ανάλογα με τον επιταχυνόμενο ρυθμό της Μίλλα. Ερωτεύεται τον Μόζες, τον οποίο βλέπει ως αφορμή για να την ωθήσει στα όρια της με έναν ακραίο τρόπο. Καθώς μπαίνουμε όλο και πιο βαθιά στη ζωή των γονιών της ανακαλύπτουμε τις δυσλειτουργίες και τις περίπλοκες εντάσεις που υπάρχουν, καθώς αυτή η οικογένεια αντιμετωπίζει τον χειρότερο εφιάλτη της. Σταδιακά απογυμνώνονται πίσω στις ωμότερες μορφές τους. Ελπίζω το κοινό να ζήσει μια αξέχαστη εμπειρία βλέποντας το Babyteeth, μια εμπειρία που οι θεατές θα νιώσουν βαθιά μέσα τους και θα τους κάνει να πονέσουν αλλά και να χαρούν για τις δικές τους σχέσεις.




Από το σανίδι στο πανί


Το Babyteeth βασίζεται σε ένα θεατρικό έργο της Αυστραλής συγγραφέα και ηθοποιού Rita Kalnejais, το οποίο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2012 σε μια sold-out σεζόν στο Belvoir Street Theatre του Σίδνεϋ. Στην πρεμιέρα της παράστασης ήταν καλεσμένοι οι παραγωγοί Alex White και Jan Chapman, και η ιδέα για τη μεταφορά του έργου στον κινηματογράφο μπήκε στο μυαλό τους από την πρώτη στιγμή. Αμέσως μόλις έπεσε η αυλαία της παράστασης, οι δύο παραγωγοί συμφώνησαν ότι αυτό ήταν το έργο που έψαχναν να κάνουν. Άρχισαν να διερευνούν τις δυνατότητες παραγωγής του και συνεργάστηκαν με την Kalnejais για την ανάπτυξη του κινηματογραφικού σεναρίου.


«Όταν είδα για πρώτη φορά την παράσταση, εντυπωσιάστηκα από την ασέβεια και το ύφος του θεατρικού», λέει η White. «Είναι ένα δύσκολο θέμα, αλλά ο τρόπος αντιμετώπισης του ήταν πολύ ευαίσθητος και σε κάποια σημεία κωμικός. Επέτρεπε στον κόσμο να συγκινείται, αλλά και να γελά με τις ασυνήθιστες τροπές που μπορεί να πάρει η ζωή, και ταυτόχρονα να αγκαλιάζει την αγάπη σε όλες τις μορφές της». Η White συνεχίζει εξηγώντας γιατί αυτό ακριβώς το ύφος προσφέρεται για κινηματογράφηση: «Αυτό που μας ώθησε να προσαρμόσουμε το Babyteeth από το σανίδι στην οθόνη ήταν η γραφή της Rita. Το ίδιο το έργο είχε από την αρχή μια ιδιαίτερα κινηματογραφική ατμόσφαιρα. Οι πρώτες συνομιλίες μεταξύ μας αφορούσαν στο πώς θα μπορούσε να μετατραπεί σε ένα κινηματογραφικό σενάριο για ένα ευρύ κοινό. Ήταν συναρπαστικό και φρέσκο ​​και τόσο πρωτότυπο, γιατί η ίδια η Rita είναι τόσο μοναδική. Νομίζω ήθελε να πάει τους χαρακτήρες της ένα βήμα παραπέρα. Ήταν εξαιρετικά χαρούμενη με το θεατρικό, αλλά πίστευε ότι οι χαρακτήρες της θα μπορούσαν να γίνουν ακόμα πιο ζωντανοί και να αγγίξουν ακόμα περισσότερο κόσμο. Ήταν συναρπαστικό και μόνο το να αρχίσουμε να μιλάμε για αυτές τις δυνατότητες» καταλήγει η White.


Η Kalnejais συμμερίζεται αυτή την άποψη της White, εξηγώντας ότι για αυτήν η μεταφορά του έργου ήταν μια αναζωογονητική προοπτική. «Νομίζω ότι με τέτοιου είδους θεατρικά έργα, είναι σα να διερευνάς μια ερώτηση. Μια ερώτηση που πιθανότατα δε θα απαντήσεις ποτέ, αλλά σίγουρα θα σε ενθουσιάσει. Λοιπόν, η ερώτηση μου εκείνη την εποχή ήταν η εξής: Πώς είναι να αγαπάς σα να μην έχεις τίποτα να χάσεις; Από αυτήν την ερώτηση προέκυψε το θεατρικό έργο, και ήμουν τυχερή που ήταν μια τόσο σημαντική ερώτηση, ώστε να έχει λόγο ύπαρξης και για τη δημιουργία μιας ταινίας».


Η απόφαση να γράψει η Kalnejais και το κινηματογραφικό σενάριο ήταν εύκολη. «Συχνά οι συγγραφείς δεν προσαρμόζουν τα δικά τους θεατρικά σενάρια, αλλά δε μας πέρασε ποτέ από το μυαλό να το κάνει κάποιος άλλος», λέει η Chapman. «Η Rita έχει μια αξιοζήλευτη ικανότητα. Η ιστορία της αφορά οικογένειες, και τον τρόπο που ορίζουμε και καθοδηγούμε την καθημερινή μας ζωή. Αυτή η ταινία μας βοηθά να καταλάβουμε πώς (πρέπει να) συμπεριφερόμαστε ο ένας στον άλλο. Τα γελοία πράγματα που κάνουμε. Τα πράγματα που έρχονται σε αντίθεση με αυτά που πιστεύαμε ότι θα κάνουμε. Το χιούμορ αλλά και τον πόνο στις μικρές και μεγάλες στιγμές της ζωής μας», καταλήγει η Chapman.


Με την εξερεύνηση του τρόπου με τον οποίο αλληλοεπιδρούμε μεταξύ μας επιφορτίστηκε η σκηνοθέτης Shannon Murphy. Οι παραγωγοί την προσέγγισαν με την ιστορία, ώστε να σκηνοθετήσει την πρώτη της μεγάλου μήκους ταινία. «Είχαμε ήδη προχωρήσει αρκετά με τις προετοιμασίες της παραγωγής, όταν αρχίσαμε να σκεφτόμαστε την Shannon», εξηγεί η Chapman. «Είχε κάνει ήδη πολλές ταινίες μικρού μήκους και θεατρικές παραστάσεις, και είχε σκηνοθετήσει πρόσφατα την τηλεοπτική σειρά On The Ropes (για την τηλεόραση του SBS) που μου άρεσε πολύ. Ενσωματώθηκε στην ομάδα πολύ εύκολα. Ήταν μια γυναικεία ομάδα τότε - εγώ, η Alex, η Rita και μετά η Shannon. H Shannon φάνηκε από την αρχή ότι είχε πολλή ενέργεια, βαθιά κατανόηση για την ταινία και τι θα μπορούσε να είναι, και ταίριαξε πολύ εύκολα σε αυτήν», εξηγεί η παραγωγός.


Έχοντας δουλέψει στον κόσμο του θεάτρου, η Murphy ήταν ήδη εξοικειωμένη με το έργο της Kalnejais. «Όταν διάβασα για πρώτη φορά το σενάριο, με συγκίνησε απίστευτα η ιστορία. Αλλά επίσης ενθουσιάστηκα από τη δυναμική μεταξύ των μελών της οικογένειας, αλλά και των δευτερευόντων χαρακτήρων που διεισδύουν σταδιακά στη ζωή τους», λέει η Murphy. «To ύφος του έργου ήταν πολύ μοναδικό, και προκλητικό συνάμα, και ήθελα να ανταποκριθώ σε αυτήν την πρόσκληση με τον δικό μου τρόπο», καταλήγει.



Η οικογένεια στο επίκεντρο


Αυτό το ύφος που περιγράφεται ως σπαραξικάρδια κωμωδία, διατυπώνεται από την Kalnejais ως «Ένα οικογενειακό δράμα που είναι αστείο, μέχρι που σταματά πια να είναι αστείο. Σε κάθε βήμα φαίνεται ότι όλοι παίρνουν τις χειρότερες δυνατές αποφάσεις, αλλά είναι τέλειοι και αυτό οφείλεται καθαρά χάρη σε αυτήν την οικογένεια».


«Όταν συναντάμε για πρώτη φορά την οικογένεια Finlay, φαίνονται σαν μια κανονική οικογένεια, που προσπαθεί να αντιμετωπίσει με τον δικό της τρόπο την πρόσφατη διάγνωση της κόρης τους», εξηγεί η Murphy. «Καθώς σκάβουμε βαθύτερα στο παρελθόν και το παρόν, ανακαλύπτουμε σταδιακά τι συμβαίνει, συνειδητοποιούμε ότι στην πραγματικότητα υπήρχαν πολλές περίπλοκες εντάσεις μεταξύ τους, ακόμη και πριν εμφανιστεί το πρόβλημα υγείας της κόρης τους». Για την Murphy, το Babyteeth ήταν ένα εξαιρετικά συναισθηματικά ανταποδοτικό πρότζεκτ. «Απόλαυσα κάθε λεπτό της ταινίας, με αυτό το λαμπρό και εξαιρετικά αφοσιωμένο καστ».


H παραγωγός Alex White συμπληρώνει σχετικά με το καστ: «Ήταν αληθινή χαρά να βλέπουμε τους απίστευτους ηθοποιούς μας να δίνουν σάρκα και οστά σε αυτήν την ιστορία. H Eliza Scanlen (Sharp Objects, Little Women) και o Toby Wallace (Romper Stomper, Acute Misfortune) έχουν καταπληκτικές ερμηνείες, παράλληλα και συμπληρωματικά με το ηλεκτροφόρο δίδυμο των Essie Davis (Game of Thrones, The Babadook) και Ben Mendelsohn (Rogue One: A Star Wars Story, Animal Kingdom).



Η πόλη και τα σπίτια


Η ταινία γυρίστηκε στο Σίδνεϋ, αλλά οι σκηνοθέτες δεν ήθελαν τόσο να παρουσιάσουν στερεοτυπικές εικόνες της μεγαλούπολης, όσο την ουσία και την ατμόσφαιρα της. Καθώς οι περισσότερες σκηνές διαδραματίζονται μέσα στην οικεία των Φίνλεϋ, ήταν σημαντικό να βρεθεί ένα σπίτι που θα ενίσχυε την ατμόσφαιρα της οικογενειακής θαλπωρής, θα έκανε τον θεατή να νιώσει ότι είναι ένας χώρος όπου οι πρωταγωνιστές έζησαν και αγαπήθηκαν για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η ιδιοκτήτρια του σπιτιού που το διέθεσε για τα γυρίσματα, μεγάλωσε εκεί τα παιδιά της, και έτσι όλη η ατμόσφαιρα ήταν ήδη γεμάτη με εμπειρίες και συναισθήματα, που ταίριαζαν ιδανικά με τον χαρακτήρα της Μίλλα και την ψυχική της κατάσταση. Η Murphy εξηγεί: «Αυτό που μου άρεσε στο συγκεκριμένο σπίτι είναι ότι είχε μια γυάλινη αυλή, η οποία ήταν εμφανής σε όλες τις σκηνές της ταινίας. Είναι αδύνατο να ξεφύγεις από το γυαλί. Μιλήσαμε πολύ για το πώς νιώθει η Μίλλα ως ένα παγιδευμένο πουλί μέσα σε αυτό το αίθριο. Ακόμα κι αν το αισθάνεται κανείς ζεστό και φιλόξενο, ένα μέρος που θέλεις να είσαι, η Μίλλα προσπαθεί με κάθε τρόπο να ξεφύγει από εκεί. Και το αίθριο ενισχύει ακόμα περισσότερο αυτό το αίσθημα φυγής της Μίλλα».


Όπως το σπίτι των Φίνλεϋ, έτσι και το σπίτι του Γκίντον που βρίσκεται σε ένα συγκρότημα κατοικιών, βοηθά στην ενίσχυση του ψυχισμού των χαρακτήρων. Ο Γκίντον είναι ο δάσκαλος βιολιού της Μίλλα, αλλά πηγαίνει σε αυτόν για να μάθει πολλά περισσότερα από μουσική. Για την Μίλλα και την μητέρα της Άννα, ο Γκίντον είναι ο μέντορας τους, είναι εκείνος που τους λέει σε ποιο σημείο βρίσκονται ή τι ακριβώς χρειάζονται κάθε στιγμή της ύπαρξής τους, προτού μπορέσουν ακόμη να το αντιληφθούν οι ίδιες για τον εαυτό τους. «Υπάρχει μια απίστευτη άνεση στο σχεδιασμό του σπιτιού του Γκίντον, και η τόση λεπτομέρεια προστέθηκε για να είναι σαφείς οι αναφορές στο παρελθόν του με όλα τα πράγματα που έχει συλλέξει και δημιουργούν αυτήν την cozy ατμόσφαιρα. Το σπίτι του ανοίγει τον κόσμο της Μίλλα σε ένα πολύ μεγαλύτερο κόσμο, σε μια άλλη ύπαρξη από την ασφάλεια που έχει στο γυάλινο κουτί της», λέει η Murphy.


Για τη μεγάλη βραδιά της εξόδου της Μίλλα και του Μόζες, οι δημιουργοί επέλεξαν μέρη και σημεία στην πόλη γεμάτα δικά τους βιώματα. «Είναι τόσες πολλές υπέροχες νυχτερινές βραδιές, ατελείωτες και γεμάτες. Πηγαίνουμε από το ένα μέρος στο άλλο, και δεν ξέρουμε ποτέ που θα καταλήξουμε», λέει η Murphy. Και το ίδιο το σχολικό πάρτι είναι περισσότερο ένα πάρτι τέχνης, όπου άσχετα από το δωμάτιο που μπαίνει κανείς, δεν είναι καθόλου σίγουρος τι να περιμένει. «Δημιουργήσαμε αυτό τον χώρο για την αλληλεπίδραση μεταξύ της Milla και μιας καλλιτέχνη, η οποία λειτουργεί απελευθερωτικά για την πρωταγωνίστρια».



Τα ρούχα και τα μαλλιά


Όλοι οι καλλιτεχνικοί συντελεστές της ταινίας ήταν αποφασισμένοι από την αρχή να δημιουργήσουν ένα μοντέρνο φιλμ, που όμως δεν θα είναι προσκολλημένο σε κάποια συγκεκριμένη εποχή ή χρονική περίοδο. Απέφυγαν να χρησιμοποιήσουν πολλά τηλέφωνα, γιατί δεν ήθελαν να προδίδει τον χρόνο η τεχνολογία. Επίσης, απέφυγαν τοποθεσίες και στοιχεία στον σχεδιασμό που είναι χαρακτηριστικά συγκεκριμένων γενεών. «Θέλαμε πραγματικά να τιμήσουμε το γεγονός ότι στον χρόνο της ταινίας νεαρά παιδιά φορούν vintage ρούχα ή στυλ ρεπλίκα», λέει η Murphy. «Δώσαμε μεγάλη προσοχή σε όλο αυτό και επιλέξαμε χώρους που μπορεί να επισκεφτεί ή να έχει ήδη βρεθεί οποιοσδήποτε δει το φιλμ, ανεξαρτήτως γενιάς ή ηλικίας. Είναι μια ταινία στη μνήμη ενός νεαρού κοριτσιού, και γι΄ αυτό θα μπορούσε να είναι μια ιστορία που η Μίλλα λέει είτε από το παρελθόν είτε από το μέλλον».


Τα μαλλιά και το μακιγιάζ παίζουν επίσης καθοριστικό ρόλο στην πλοκή, καθώς είναι συνυφασμένα με την εξέλιξη της αρρώστιας της Μίλλα. Από την αρχή ήταν απαραίτητο για τους δημιουργούς, να βρεθεί μια πρωταγωνίστρια που θα δεχόταν να ξυρίσει το κεφάλι της - μια απαίτηση που έγινε σαφής σε όλες τις νεαρές ηθοποιούς που έκαναν ακρόαση για το ρόλο. «Είμαι υπέρ των ωμών, αυθεντικών αναπαραστάσεων. Θα ήταν αδύνατο να δουλέψουμε διαφορετικά, και ευτυχώς η Εliza το κατανόησε αυτό εξ αρχής. Της ήταν απαραίτητο να καταλάβει πως αισθάνεται η Μίλλα όταν χάνει τα μαλλιά της, και πως είναι να βλέπεις τον εαυτό σου τόσο δραστικά αλλαγμένο από αυτό που συμβαίνει», λέει η Murphy. Η Scanlen συμφωνεί απολύτως: «Ήξερα ότι ήταν μια πολύ ξεχωριστή ταινία και αν έπαιρνα το ρόλο, θα έπρεπε να ξυρίσω το κεφάλι μου. Δεν νομίζω ότι θα είχα το ελεύθερο να πω αυτήν την ιστορία αν δεν το έκανα. Νομίζω ότι είναι μια από τις πιο δύσκολες συναισθηματικά διαδικασίες της χημειοθεραπείας. Ήταν απαραίτητο για να μπω στο πετσί του ρόλου» καταλήγει.


Συντελεστές:


Σκηνοθεσία SHANNON MURPHY

Σενάριο RITA KALNEJAIS

Παραγωγή ALEX WHITE

Εκτέλεση παραγωγής JAN CHAPMAN

Φωτογραφία ANDREW COMMIS ACS

Μοντάζ STEVE EVANS

Σκηνογραφία SHERREE PHILIPS

Κοστούμια AMELIA GEBLER

Μαλλιά / Μακιγιάζ ANGELA CONTE

Μουσική AMANDA BROWN



Παίζουν: Εliza Scanlen, Toby Wallace, Emily Barclay, Eugene Gilfedder, με τη συμμετοχή των Essie Davis και Ben Mendelsohn

Διάρκεια: 118’


18 Ιουνίου στους κινηματογράφους από το Cinobo (και στο πλαίσιο των Cinobo Nights: https://cinobo.com/cinobonights/ )




  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png