• The Unplug

Αφιέρωμα: Παγκόσμια Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών


Στις 25 Νοεμβρίου 1960, οι τρεις Δομινικανές αδερφές Μιραμπάλ, γνωστές και ως “Las Mariposas” στο αντιστασιακό κίνημα κατά του δικτάτορα Ραφαέλ Τρουχίγιο, συνελήφθησαν και οδηγήθηκαν από τον τελευταίο σε ένα χωράφι με ζαχαροκάλαμα, όπου βασανίστηκαν, ξυλοκοπήθηκαν και στραγγαλίστηκαν μέχρι θανάτου. Τον Δεκέμβριο του 1991, ο ΟΗΕ αποφασίζει να ανακηρύξει την 25η Νοεμβρίου ως την Διεθνή Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών, με σκοπό να αναδείξει ένα σημαντικό πρόβλημα με παγκόσμια διάσταση.


Σήμερα, ζώντας το δεύτερο lockdown στη χώρα βρίσκουμε καταφύγιο στις σκηνές από μια αγαπημένη ταινία, στους στίχους από ένα αγαπημένο τραγούδι, στις σελίδες ενός αγαπημένου βιβλίου. Κάνοντας όμως μια βόλτα στην πόλη (μετακίνηση έξι, ξέρουμε πια), θα αναρωτηθεί κανείς· τι γίνεται πίσω από όλες αυτές τις κλειστές πόρτες;


Εν μέσω lockdown, η ενδοοικογενειακή βία αυξήθηκε προσεγγιστικά κατά 20%. Ήδη δύο γυναικοκτονίες έχουν καταφέρει να κλείσουν μια θέση στις ειδήσεις των οκτώ μέσα σε διάστημα δύο εβδομάδων. Κι όλα αυτά αποτελούν ξανά λόγο να αναρωτηθεί κανείς· μήπως ήρθε ο καιρός να ενημερωθούμε; Μήπως η τέχνη που αφορά το καθένα μπορεί να αρχίσει να τον προβληματίζει και σε τέτοια ουσιαστικά θέματα όπως είναι η βία κατά των γυναικών;



Κινηματογράφος


Παγκόσμια ημέρα κατά της βίας των γυναικών…Βία με διαφορετικές μορφές…λεκτική, σωματική, ψυχολογική. Μια μέρα που μας υπενθυμίζει την ανυπαρξία των υπόλοιπων ημερών που καθημερινά το μεγαλύτερο ποσοστό γυναικών βιώνει και από μία της μορφή. Πράγματα που θεωρούνται αυτονόητα να μην συμβούν, όλο ένα και περισσότερο λαμβάνουν χώρα καταρρίπτοντας συντριπτικά την αξία της ανθρώπινης ύπαρξης. Σε μία έρευνα που είχε γίνει, είχε ερωτηθεί ένα πλήθος γυναικών τι θα έκανε εάν για μία μέρα δεν υπήρχαν οι άνδρες, και η πιο κοινή απάντηση ήταν ότι θα έβγαιναν μια βόλτα τη νύχτα. Ποια κοπέλα δεν έχει νιώσει έστω και λίγο τον φόβο και το άγχος της νύχτας; Ή έχει προσεγγισθεί κακοβούλως; Όταν πέφτει η νύχτα όλα γίνονται πιο σκοτεινά…


Ο κινηματογράφος εδώ παίρνει πάλι θέση παρουσιάζοντας διαφορετικές υποθέσεις γυναικών. Στο στόχαστρο της έρευνας, όμως βρίσκεται ο Gaspar Noe, ένας σκηνοθέτης που ουκ ολίγες φορές έχει προκαλέσει με την κινηματογραφική του αισθητική, καθώς στην ταινία του “Irreversible” βλέπουμε για πρώτη φορά σε μία σκηνή οχτώ λεπτών τον σκληρό βιασμό της ηρωίδας που αναπαριστά η Monica Belluci…


Θυμάμαι ήμουν 19 ετών όταν είχα δει μαζί με τις φίλες μου αυτή την ταινία και κάτι μέσα μου ράγισε. Καμιά μας δεν κατάφερε να δει αυτή την σκηνή ολοκληρωμένη, νιώθοντας λες και βλέπαμε θρίλερ που μισοκρύβεσαι και ρίχνεις κλεφτές ματιές αποφεύγοντας την πλήρη επαφή με την οθόνη, τόση σκληρότητα και αποτροπιασμό ενσάρκωνε η στιγμή που ένας άνδρας αποφασίζει να βγάλει όσο σαδισμό είχε μέσα του πάνω σε μία γυναίκα. Είχαμε φτάσει σε σημείο να δακρύσουμε και να τρομοκρατηθούμε, έπειτα την κλείσαμε λόγω του πανικού που είχε δημιουργηθεί.


Έκανα να συνέλθω 3 μέρες, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν ότι δεν είναι απλά μια εικονική πραγματικότητα ενός βιασμού, αλλά η καθημερινότητα, σε μία ηλικία αρκετά ευάλωτη ένιωθα το σοκ να με διαπερνά και να σκέφτομαι κάθε γυναίκα που είχε έρθει αντιμέτωπη με μία αντίστοιχη πράξη…πάνω από 200.000 στις ΗΠΑ, πάνω από 300.000 στην Αφρική, πάνω από χιλιάδες σε όλες τις ηπείρους τον χρόνο, με αποτέλεσμα ένα τέτοιο έγκλημα να το δέχεται ο κόσμος παθητικά. Μία αποτρόπαιη πράξη βίας, αλλοιώνοντας σωματικά και ψυχικά μια γυναίκα γιατί απλά έτυχε να περνάει την υπόγεια διάβαση. Τη βίασε και τη ξυλοκόπησε, αφήνοντάς την αναίσθητη στο παγωμένο έδαφος, παίρνοντάς της την ψυχή…




Παρά την “κατακριτέα” για κάποιους σκηνή, ο Gaspar Noe κατάφερε να αποδώσει με πλήρη σκληρότητα και ωμό ρεαλισμό μια εικόνα όπως ακριβώς υλοποιείται και στην πραγματική ζωή, δημιουργώντας ανάμεικτα συναισθήματα και διαφορετικές αντιδράσεις που τρυπώνουν στην ψυχή του θεατή. Κατόρθωσε να χειριστεί την ψυχολογία του θεατή, ωθώντας τον να γίνει ένα με τα συναισθήματα του θύματος…θέλοντας και μη στην θέαση μιας τέτοιας πράξης έστω και κινηματογραφικά όλα φαίνονται τόσο ρεαλιστικά που αδυνατείς να ελέγξεις τις αντιδράσεις του εαυτού σου, παρά μόνο αναλογίζεσαι μετά το πέρας της ταινίας πόση πραγματικότητα υπάρχει μέσα της.


Από τη Χριστίνα Ραβάνη



Performance Art


Marina Abramovich, Rhythm 0 (1974)



H Abramovich, γνωστή για τις έντονες και αντισυμβατικές προσεγγίσεις της στην τέχνη, δημιουργεί ιστορία με μία σοκαριστική performance που περισσότερο μοιάζει με κοινωνικό πείραμα. Το 1974, στη Νάπολη, γίνεται η ίδια έκθεμα με σκοπό να δείξει μέχρι που μπορεί να φτάσει ο άνθρωπος όταν νιώσει πως έχει την εξουσία πάνω σε κάποιον, ο οποίος δεν θέλει ή δεν μπορεί να αντιδράσει.


Τοποθέτησε σε ένα τραπέζι 72 αντικείμενα όπως τριαντάφυλλο, κραγιόν, μέλι, σταφύλια, καρφίτσες, ψαλίδι ακόμα και ένα πιστόλι με μια σφαίρα. Η ίδια της στεκόταν ακίνητη για έξι ώρες, αφήνοντας το κοινό να χρησιμοποιήσει όποιο αντικείμενο ήθελε πάνω της. Στην αρχή ο κόσμος την προσέγγιζε με συστολή, τοποθετούσαν τα χέρια της σε διάφορες στάσεις, τη χάιδευαν, την τάιζαν σταφύλια.


Στη συνέχεια, βλέποντας ότι δεν αντιδρά κάποιοι άρχισαν να την αγγίζουν προκλητικά ή να την τρυπούν με τα αγκάθια του τριαντάφυλλου. Μέχρι την 3η ώρα, είχαν κόψει το μεγαλύτερο μέρος από τα ρούχα της και την παρενοχλούσαν σεξουαλικά. Μέχρι το τέλος της performance, κάποιος γέμισε το πιστόλι και την έβαλε να το κρατά, σημαδεύοντας το λαιμό της. Τότε άρχισαν να αντιδρούν προστατευτικά κάποιοι από το κοινό και ξέσπασε καυγάς.

Όταν η γκαλερί ανακοίνωσε τη λήξη της performance και η Abramovich άρχισε να κινείται, οι περισσότεροι νιώθοντας άβολα και μη μπορώντας να την αντικρίσουν και να έρθουν αντιμέτωποι με τις πράξεις τους, εξαφανίστηκαν. Το πείραμα είχε ολοκληρωθεί..






Suzanne Lacy, Judy Chicago, Sandra Orgel and Aviva Rahmani

Ablutions (1972)



To project αυτό δημιουργήθηκε συλλογικά από τις τέσσερεις γυναίκες, ως σπουδή στον βιασμό.

Σε ένα studio τοποθετήθηκαν τρεις μεταλλικές μπανιέρες, με διαφορετικό περιεχόμενο η κάθε μια -αυγά, αίμα, πηλό. Ανάμεσα τους είχαν σκορπιστεί στο έδαφος τσόφλια αυγών, στοίβες σχοινιών και νεφρά ζώων. Η Lacy και η Chicago ηχογράφησαν μαρτυρίες γυναικών που είχαν βιαστεί, οι οποίες ακούγονταν σαν υπόκρουση κατά την εξέλιξη της performance. Μία γυμνή γυναίκα τυλιγόταν σιγά – σιγά με γάζες επιδέσμων ενώ δύο άλλες έμπαιναν στις μπανιέρες με τη σειρά. Όταν η κάθε μια αναδυόταν από την τελευταία μπανιέρα, καλυμμένη από τα υπολείμματα, τυλιγόταν παθητικά- σαν νεκρή- σε ένα σεντόνι. H performance ολοκληρώθηκε με τις γυναίκες να απλώνουν το σχοινί, ώστε το έδαφος να μοιάζει σαν ένας ιστός αράχνης με σκοπό να παγιδεύσει το θύμα. Οι ηχογραφημένες φωνές ακούγονταν παραδομένες σα να μην μπορούσαν να δραπετεύσουν από τη βία. Στο τέλος ακουγόταν επαναλαμβανόμενα η φράση, σαν από κολλημένη βελόνα βινυλίου: «Ένιωσα τόσο αβοήθητη, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κείτομαι εκεί».


Από τη Ναυσικά Στεφανίδου




Λογοτεχνία


Η γυναικεία ιστορία μετρά αιώνες κακοποίησης, βιασμών, ξυλοδαρμών, δολοφονιών, μα η λογοτεχνία δεν είχε χώρο για τέτοια ζητήματα μέχρι σχετικά πρόσφατα. Πλέον, αρκετοί συγγραφείς ευαισθητοποιούνται στο συγκεκριμένο θέμα, ενώ πίσω από πολλά τέτοια λογοτεχνικά έργα κρύβονται γυναίκες που βρήκαν το θάρρος να μιλήσουν για δικά τους βιώματα.



Τέτοιο λογοτεχνικό έργο αποτελεί και το «Ποτέ χωρίς την κόρη μου (Not without my daughter)» της Betty Mahmoody. Πρόκειται συγκεκριμένα για τα γεγονότα που βίωσε η ίδια τον Αύγουστο του 1984, όταν έφυγε από το Michigan στην Αμερική με την κόρη της και τον Ιρανό σύζυγο της για να επισκεφτούν για δύο εβδομάδες την οικογένεια του στο Ιράν. Το ταξίδι αυτό των δύο εβδομάδων ήταν για τον σύζυγο της η ευκαιρία να την παγιδέψει στο Ιράν μαζί με την κόρης τους, μιας και ο ίδιος δεν μπορούσε να διαχειριστεί τις διακρίσεις των οποίων έπεφτε θύμα στην Αμερική λόγω της καταγωγής του.

Είναι ενδιαφέρον το πως ο στοργικός σύντροφος και πατέρας, ο οποίος ήταν αυτός ο άνδρας στην Αμερική, μετατρέπεται σε αυτό το θηρίο που κρατάει όμηρο τη γυναίκα που λέει πως τόσο αγαπάει, την χτυπάει, απειλεί ότι θα την σκοτώσει, της στερεί το ίδιο της το παιδί, μόνο και μόνο γιατί ο νόμος πλέον του το επιτρέπει.


Το βιβλίο περιγράφει το σπαρακτικό αγώνα της συγγραφέως να γυρίσει πίσω στην πατρίδα της, χωρίς να αφήσει πίσω την κόρη της, η οποία σύμφωνα με τους ιρανικούς νόμους ανήκει δικαιωματικά στον άνδρα του σπιτιού. Ένα λογοτεχνικό έργο που αποτυπώνει το πως μπορεί να χτιστεί ένας πολιτισμός πάνω στην κακοποίηση του μισού του πληθυσμού, δηλαδή των γυναικών, και πως τα μεγαλύτερα εγκλήματα μπορούν να γίνουν νόμιμα.




Ένα ακόμα βιβλίο το οποίο αποτυπώνει την ιστορία μίας κακοποιημένης γυναίκας είναι «Το ταξίδι που λέγαμε» της Αλκυόνης Παπαδάκη. Είναι ένα από τα σχετικά πιο πρόσφατα βιβλία της Ελληνίδας συγγραφέως και αφορά την ζωή δύο αδερφών, από τη στιγμή που γεννιούνται μέχρι και όταν οι δυο τους γερνάνε μαζί. Το συγκεκριμένο ανάγνωσμα αγγίζει την ενδοοικογενειακή βία με έναν ιδιαίτερο τρόπο, εξηγώντας, θα έλεγε κανείς, και το πως χτίζεται ένας χαρακτήρας επιρρεπής στο να γίνει θύμα μιας τέτοιας κατάστασης. Είναι ίσως η απάντηση στην πολύ δύσκολη ερώτηση που κάνουν κάποιοι αρνητές της έκτασης που έχει η κακοποίηση των γυναικών στη σύγχρονη κοινωνία· «Κι εκείνη γιατί κάθεται;» Δεν θα ήθελα να πω κάτι παραπάνω για αυτό το βιβλίο γιατί δεν θα ήθελα να κλέψω από κανέναν την ομορφιά του να το διαβάσει χωρίς να είναι προκατειλημμένος για κάτι. Αποτελεί πάντως, αδιαμφισβήτητα, ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία της συγκεκριμένης συγγραφέως.


Από τη Μαρίνα Κρασαδάκη



Μουσική


Στο πιο δημοφιλές ίσως κομμάτι της από το πρώτο της αλμπουμ, με τίτλο Motion Sickness, η Phoebe Bridgers μιλά για την κακοποιητική σχέση της με τον μουσικό και παραγωγό Ryan Adams, ο οποίος στην αρχή της καριέρας της, το 2014, προσφέρθηκε να τη βοηθήσει, με την επαγγελματική τους σχέση να γίνεται γρήγορα ρομαντική και λίγο αργότερα συναισθηματικά και σεξουαλικά κακοποιητική. Τη μαρτυρία της Phoebe ήρθαν να επιβεβαιώσουν και άλλες γυναίκες με τις δικές τους ιστορίες, μεταξύ των οποίων η πρώην σύζυγος του Adams, Mandy Moore, αλλά και μια έφηβη μουσικός με το όνομα Ava, η οποία αναφέρει ότι άρχισε να μιλά μαζί του όταν εκείνη ήταν μόλις 14 χρονών. Πρόκειται για γυναίκες των οποίων η ζωή άλλαξε ριζικά με το χειρότερο δυνατό τρόπο, οι οποίες έχασαν την αγάπη και το πάθος τους για τη μουσική, που πλέον είχε μετατραπεί για εκείνες σε σύμβολο χειριστικότητας και καταπίεσης.




Στο Motion Sickness η Phoebe περιγράφει την εμπειρία της με τρόπο, όπως πάντα, ειλικρινή, χωρίς αναστολές. Μιλά για τη “συναισθηματική ναυτία” που της προκαλεί, όχι μόνο η σχέση της με τον Adams, αλλά και η αδυναμία της να τον μισήσει και να απορρίψει ολοκληρωτικά ό,τι έζησαν μαζί (i hate you for what you did/and i miss you like a little kid), καθώς και η θλίψη στη σκέψη ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να έχουν καταλήξει διαφορετικά (i’ll be glad that i made it out/ and sorry that it all went down like it did). Μέσα από όλα αυτά τα ανάμικτα συναισθήματα λάμπει όμως η αποφασιστικότητά της να βγει δυνατότερη μέσα από αυτή τη δοκιμασία, καθώς το κουπλέ there are no words in the english language/ i could scream to drown you out, μετατρέπεται τελικά σε ένα θριαμβευτικό i will try to drown you out.


Φυσικά, η ιστορία της Phoebe, της Mandy, της Ava δεν είναι δυστυχώς ούτε τα πρώτα ούτε τα τελευταία τέτοια περιστατικά. Ιδιαίτερα μέσα από το φως του κινήματος #MeToo, η πραγματικότητα του Χόλιγουντ μας κοιτά κατάματα, πιο φρικιαστική από ποτέ. Προφανώς, θα ήταν αυταπάτη να θεωρήσουμε ότι όλα αυτά συμβαίνουν μόνο εκεί, τόσο μακριά από εμάς. Όλες και όλοι μπορούμε να φέρουμε στο μυαλό μας ανάλογα παραδείγματα με ανθρώπους που βρίσκονται στον στενό ή ευρύτερο κύκλο μας. Εδώ είναι και το σημείο που πρέπει να αναρωτηθούμε: για ποιο λόγο αυτή να είναι η κανονικότητά μας; Ακόμα περισσότερο: ποια είναι η δική μας θέση σε αυτή την κανονικότητα και πώς μπορούμε να δράσουμε ώστε να σπάσουμε αυτή την αλυσίδα victim-blaming και συνενοχής;


H Phoebe μοιράστηκε την ιστορία της και ναι, μπορεί να κατάφερε να ανακτήσει τον έλεγχο της καριέρας της, εκατοντάδες όμως (χιλιάδες, εκατομμύρια) άλλες γυναίκες στο Χόλιγουντ αλλά και αλλού δεν είχαν και δε θα έχουν την ίδια τύχη. Οφείλουμε να κάνουμε περισσότερα, να ενημερωθούμε, να δράσουμε: όπως αναφέρει και η ίδια η Phoebe με αφορμή τη δική της εμπειρία, η αδράνεια εξάλλου δεν είναι παρά συγκαλυμμένη συνενοχή.


Σημείωση: εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα εξαιρετικό άρθρο σχετικά με τις γυναίκες στη μουσική βιομηχανία, με αφορμή το περιστατικό με τον Ryan Adams.


Από τη Λήδα Γανωτάκη





Μέσα από κλασικές μελωδίες, distorted παρεμβάσεις και απόκοσμα ουρλιαχτά, η Lingua Ignota (λατινικά για «άγνωστη γλώσσα») εκφράζει μια βιβλική οργή έναντι σε κάθε μορφή κακοποίησης που έχει υποστεί και συγκροτεί μια επιβλητική γυναικεία παρουσία σε μια ανδροκρατούμενη και, ενίοτε, μισογυνιστική μουσική σκηνή. Αυτή της noise, industrial και metal. Η Kristin Hayter, η γυναίκα πίσω από το ψευδώνυμο, έχει υπάρξει θύμα σωματικής, ψυχολογικής, συναισθηματικής και σεξουαλικής κακοποίησης και, ορμώμενη από αυτές τις εμπειρίες, συνθέτει “survivor anthems”, όπως τους αποκαλεί η ίδια. Μέσα από τις καθηλωτικές live performances της προσπαθεί, όπως έχει δηλώσει η ίδια, να αποτελεί ένα μέσο μετάδοσης μιας γενικότερης αλήθειας και πραγματικότητας, μιας φωνής που δεν είναι μόνο δική της.

Αν αναρωτιέστε τι να πρωτοακούσετε, αυτή είναι μια καλή αρχή.

Από την Χαρά Παπαδάτου

*Cover illustration by Sacrée Frangine

  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png