• Αλεξάνδρα Ευαγγελοπούλου

12 Οκτωβρίου 1944: Η Απελευθέρωση της Αθήνας


Η πλατεία Συντάγματος, όλες οι γύρω οδοί και κάθε γειτονιά της πόλης πλημμύρισε από κόσμο. Κόσμο που γιόρταζε την απελευθέρωση της Αθήνας από τους Γερμανούς, την αποχώρηση των ναζιστικών στρατευμάτων και την απόδοση της πόλης πίσω στους Έλληνες. Κρατώντας σημαίες στα χέρια, τραγουδώντας, ανεβαίνοντας σε λεωφορεία πανυγηρίζοντας, οι Αθηναίοι γιόρταζαν που η πόλη τους και οι ίδιοι ήταν και πάλι ελεύθεροι. Έπειτα από περισσότερα από 3 χρόνια, τα γερμανικά στρατεύματα εγκατέλειπαν οριστικά την πόλη.


Κι εκείνη τη στιγμή δεν είχε τίποτε άλλο σημασία, πέρα από το συλλογικό συναίσθημα της ελευθερίας, που γέμιζε με χαρά όλους τους Αθηναίους, μικρούς και μεγάλους, γυναίκες, άντρες και παιδιά, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Η Αθήνα ανήκε και πάλι στους κατοίκους της.


Η γιαγιά μου, αν και 6 χρονών τότε, θυμάται, ίσως κάπως θολά την ημέρα: «Ήμασταν με τον πατέρα μου και τη μάνα μου στη γωνία, Βασιλίσσης Αμαλίας και Βασιλίσσης Σοφίας, εκεί στη γωνία της Βουλής που ήταν τα ανθοπωλεία, διαγωνίως απέναντι από τη Μεγάλη Βρεταννία. Ήταν όλοι - κόσμος γεμάτο - με τα δάχτυλά τους να κάνουν το σήμα V (σ.σ. το σήμα της νίκης). Και ξαφνικά, βλέπω τον πατέρα μου να θορυβείται, γιατί από εκεί που έκαναν το V ξεκίνησαν μετά να κάνουνε γροθιά. Τον ακούω να λέει στη μάνα μου, “Ιφιγένεια φεύγουμε”, αλλάξαν τα πράγματα. Και φύγαμε αντίθετα πια, στη Βασιλίσσης Σοφίας προς τα πάνω, για να βγούμε στη Λ. Αλεξάνδρας, που προς τα κει ήταν το σπίτι μας, και όχι να πάμε από το κέντρο της Αθήνας, και μετά γίνανε επεισόδια. Δεν ήτανε πια ενθουσιασμός για την απελευθέρωση, κάτι άλλαξε.» (προφανώς αναφερόταν στο ξέσπασμα του πλήθους, που ακολούθησε την κατάθεση στεφάνου από γερμανικό άγημα, πριν από την οριστική αποχώρηση των Γερμανών από την Αθήνα και την παράδοση της πόλης σε αντιπροσωπεία του Δήμου Αθηναίων - το σκηνικό εξελισσόταν ακριβώς δίπλα τους και ήταν επικίνδυνο για ένα 6χρονο παιδί).


Ο παππούς μου, λίγο μεγαλύτερος από 11 χρονών, ήταν κι αυτός εκεί. Με μια σημαία στο χέρι, να πανηγυρίζει που η πόλη του ήταν και πάλι ελεύθερη, που τελείωσε ο εφιάλτης που του στέρησε τα πιο αθώα χρόνια της παιδικής του ηλικίας. Ανεβαίνοντας στο πίσω μέρος ενός λεωφορείου μαζί με τα φιλαράκια του, ένωσαν τις φωνές τους με τις χιλιάδες φωνές εκείνη την ημέρα.


Η γιαγιά της Όλγας ήταν κι αυτή στο Σύνταγμα, να πανηγυρίζει μαζί με όλον τον κόσμο. Μέσα στα χιλιάδες βλέμματα, ίσως να είδε και τον παππού μου.


Η γιαγιά του Παναγιώτη είχε πάει από νωρίς στο Σύνταγμα, γιατί ήθελε να αφήσει λίγα λουλούδια στο μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Μετά θυμάται να πηγαίνει προς την οδό Σταδίου και να βρίσκει φίλους και γνωστούς της να γελάνε και να τραγουδούν έτσι όπως δεν είχαν κάνει εδώ και τέσσερα χρόνια.


Η γιαγιά και ο παππούς του Κωνσταντίνου, λίγο μεγαλύτεροι τότε, στα 17 τους, και έχοντας ήδη βρει ο ένας τον άλλον, του είχαν μιλήσει πριν από μερικά χρόνια για εκείνη την ημέρα: για το βάρος των χρόνων της κατοχής και για τη χαρά που υπήρχε ζωγραφισμένη στο πρόσωπο οποιουδήποτε συναντούσαν εκείνη την ημέρα, για το πώς “ήταν όλοι μαζί, όλοι τραγουδούσαν και αγκάλιαζαν τους διπλανούς τους” όπως χαρακτηριστικά του είπε ο κ. Κωνσταντίνος.


Όλη η Αθήνα είχε γίνει ένα, όπως δεν ήταν ποτέ άλλοτε.




  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools

NEWSLETTER

Have you unplugged recently?

διαφημιστείτε

ταυτότητα

επικοινωνία

podcasts.png