• Ντόρα Χριστοδούλου

Τι συμβαίνει στη Μυανμάρ; Τα γεγονότα σε χρονοδιάγραμμα.



Από τις αρχές του περασμένου μήνα τα παγκόσμια media έχουν κυριαρχηθεί από τα γεγονότα που συμβαίνουν στη Μυανμάρ. Μήπως ήρθε όμως η ώρα να συζητήσουμε το θέμα λίγο πιο εκτενώς;

Η Μυανμάρ λοιπόν είναι σε σχεδόν –εμφύλια— εμπόλεμη ζώνη από τις αρχές Φεβρουαρίου, με συνεχή γεγονότα να επιδεινώνουν την κατάσταση καθημερινά. Πιο συγκεκριμένα, στις αρχές Φεβρουαρίου οι στρατιωτικές αρχές της χώρας συνέλαβαν την Κρατική Σύμβουλο της Μυανμάρ Aung San Suu Kyi, τον Πρόεδρο Win Myint και άλλες ανώτερες προσωπικότητες του κυβερνώντος Εθνικού Συνδέσμου για τη Δημοκρατία (NLD), λίγες ώρες πριν το πρόσφατα εκλεγμένο κοινοβούλιο της χώρας επρόκειτο να συναντηθεί για την πρώτη του συνεδρίαση.

Παράλληλα, ο στρατός –γνωστός σε τοπικό επίπεδο ως Tatmadaw, κάλεσε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενώ παρέδωσε όλες τις εκτελεστικές, νομοθετικές και δικαστικές εξουσίες στον Ανώτατο Στρατηγό του Min Aung Hlaing, λέγοντας πως ανέλαβε δράση λόγω φερόμενης απάτης στις εκλογές του Νοεμβρίου όπου το πολιτικό κόμμα NLD θριάμβευσε.

Λίγες ώρες αργότερα, το NLD δήλωσε εκ μέρους της Aung San Suu Kyi πως παροτρύνει τον πληθυσμό της χώρας να διαμαρτυρηθεί κατά αυτού του πραξικοπήματος.

Την επόμενη μέρα, οι αρχές στις ΗΠΑ ανακήρυξαν τις στρατιωτικές ενέργειες στη Μυανμάρ ως πραξικόπημα και σύντομα η Yangon –η μεγαλύτερη πόλη της χώρας, ξεχείλισε από διαμαρτυρόμενους, ενώ γιατροί και φοιτητές κάλεσαν εκστρατεία πολιτικής ανυπακοής.

Παράλληλα τα γραφεία της NLD σε διάφορες περιοχές της χώρας ξεκίνησαν να δέχονται επιδρομές, ενώ η υποκλοπή υπολογιστών και επίσημων εγγράφων δεν άργησε. Καταγγελίες εναντίον της Aung San Suu Kyi ξεκίνησαν άμεσα από τις αστυνομικές αρχές την Μυανμάρ που δήλωσαν ότι οι στρατιωτικοί αξιωματικοί που έψαξαν στο σπίτι της βρήκαν έξι χειρόγραφα ραδιόφωνα που εισήχθησαν παράνομα και χρησιμοποιήθηκαν χωρίς άδεια.

Αυτή η εκστρατεία οδήγησε σε απεργίες με το προσωπικό από 70 νοσοκομεία και ιατρικά τμήματα σε όλη τη χώρα να αρνείται να εργαστεί φορώντας κόκκινες κορδέλες ως μέρος της πολιτικής εκστρατείας.

Ως απάντηση σε αυτές τις ενέργειες οι Στρατηγοί απέκλεισαν πρόσβαση στο Facebook, καθώς και τις υπηρεσίες Messenger και WhatsApp, για λόγους «σταθερότητας».

Με αφορμή αυτή την απόφαση, οι διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα τις ερχόμενες μέρες με συνθήματα κατά του πραξικοπήματος, όπου τουλάχιστον τρία άτομα συνελήφθησαν.

Στις 4 Φεβρουαρίου, απολύτως διπλωματικά το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών σταμάτησε να καταδικάζει το πραξικόπημα αλλά ζήτησε την απελευθέρωση της Aung San Suu Kyi και άλλων που κρατούνταν από το στρατό.

Σύντομα καθηγητές και άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι εντάχθηκαν στο κίνημα πολιτικής ανυπακοής, δηλώνοντας πως δεν θα εργαστούν για τις αρχές εάν δεν αποκατασταθεί η εκλεγμένη κυβέρνηση.

Μια μέρα αργότερα το Tatmadaw έκανε ένα ακόμη βήμα μπλοκάροντας το Twitter και το Instagram, όπου οι διαδηλωτές μοιράζονταν πληροφορίες, ενώ σύντομα κάλεσε για τη καθολική διακοπή πρόσβασης στο Internet. Με αφορμή αυτή την απόφαση, δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι βγήκαν ξανά στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για το πραξικόπημα στη Yangon και άλλες πόλεις. Ορισμένες μέρες αργότερα, έπειτα από έντονες και συνεχείς διαμαρτυρίες η πρόσβαση στο Διαδίκτυο αποκαταστάθηκε. Παρόλα αυτά η πρόσβαση στα social media παρέμεινε αποκλεισμένη.

Μια μέρα αργότερα, στις 8 Φεβρουαρίου ο στρατός επέβαλλε απαγόρευση κυκλοφορίας στη Yangon, το Mandalay και άλλους δήμους, ενώ απαγόρευσε συγκεντρώσεις περισσοτέρων από πέντε ατόμων σε μια προσπάθεια να εξαλειφθούν οι αυξανόμενες διαμαρτυρίες. Την ίδια μέρα ο Min Aung Hlaing ανακοίνωσε πως θα διεξαγάγει νέες εκλογές σε ένα χρόνο και πως τότε οι νικητές θα αναλάβουν την εξουσία.

Οι εντάσεις συνεχίστηκαν για τις επόμενες μέρες με την αστυνομία να πυροβολεί ως επί το πλείστον στον αέρα χρησιμοποιώντας νερό και σφαίρες από καουτσούκ με σκοπό να σταματήσει τους διαδηλωτές στην πρωτεύουσα Naypyidaw. Παρόλα αυτά μια νεαρή γυναίκα πυροβολήθηκε στο κεφάλι με σφαίρα, η οποία λίγες ημέρες αργότερα κατέληξε.


Λόγω της κατάστασης στη χώρα, η Νέα Ζηλανδία αποφάσισε να αναστείλει όλες τις επαφές υψηλού επιπέδου με τη Μυανμάρ και να επιβάλλει ταξιδιωτικές απαγορεύσεις στους κορυφαίους στρατηγούς της.

Στις 11 Φεβρουαρίου οι ΗΠΑ επέβαλλαν κυρώσεις στον ενεργό πρόεδρο της Μυανμάρ και σε άλλους στρατιωτικούς αξιωματούχους απειλώντας με περεταίρω οικονομικές κυρώσεις. Παράλληλα, ο Ming Aung Hlaing προσπάθησε να προτρέψει τους υπαλλήλους να επιστρέψουν στις εργασίες τους.

Την ερχόμενη μέρα εκατοντάδες χιλιάδες συμμετείχαν στις πανεθνικές διαδηλώσεις υπέρ της δημοκρατίας, ενώ οι συγκρούσεις με την αστυνομία δεν άργησαν με τρεις ανθρώπους να τραυματίζονται από σφαίρες.

Το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών προέτρεψε ξανά τις αρχές της Μυανμάρ να απελευθερώσουν την Aung San Suu Kyi και τους άλλους αξιωματούχους και να αποφύγει τη βία εναντίον ανθρώπων που διαμαρτύρονται για το πραξικόπημα.

Αγνοώντας τις εκκλήσεις των Ηνωμένων Εθνών, ο στρατιωτικός εκπρόσωπος αποφάσισε να αναστείλει τους νόμους που εμποδίζουν τις δυνάμεις ασφαλείας να κρατούν υπόπτους ή να αναζητούν ιδιωτική περιουσία χωρίς έγκριση δικαστηρίου, διατάσσοντας τη σύλληψη γνωστών υποστηρικτών μαζικών διαδηλώσεων. Παράλληλα, ο στρατός ξεκίνησε να απειλεί με δράση εναντίον δημοσίων υπαλλήλων που αρνούνται να επιστρέψουν στη δουλειά τους.

Ως αποτέλεσμα, το κίνημα πολιτικής ανυπακοής εξαπλώθηκε, διαταράσσοντας τις αεροπορικές μετακινήσεις και τα τραίνα.

Στις 15 Φεβρουαρίου τα θωρακισμένα οχήματα αυξήθηκαν στις περισσότερες πόλεις και η πρόσβαση στο Internet αποκλείστηκε ξανά, ενώ η κράτηση της Aung San Suu Kyi παρατάθηκε για δύο ακόμη ημέρες.

Παράλληλα, ο πρεσβευτής της Κίνας στη Μυανμάρ Chen Hai δήλωσε πως η Κίνα δεν ήταν ενημερωμένη για την στρατιωτική ανάληψη, απορρίπτοντας κάθε κατηγορία περί συμμετοχής της χώρας του στο πραξικόπημα.

Οι διαμαρτυρίες συνεχίστηκαν για ακόμη μια φορά σε όλη τη χώρα, ενώ στις 18 του μήνα το Ηνωμένο Βασίλειο και ο Καναδάς επέβαλλαν κυρώσεις στους στρατηγούς της Μυανμάρ, ενώ η Ιαπωνία τοποθετήθηκε συμφωνώντας με τις ΗΠΑ, την Ινδία και την Αυστραλία πως η δημοκρατία πρέπει να αποκατασταθεί αμέσως.

Σύντομα οι δυνάμεις ασφαλείας άνοιξαν πυρ ενάντια στους διαδηλωτές στο Mandalay, με την κατάληξη τουλάχιστον δύο ατόμων και τον τραυματισμό 20 ακόμη. Με αφορμή αυτές τις ενέργειες η Σιγκαπούρη καταδίκασε τις δολοφονίες ως «απαράδεκτες», ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο απείλησε να λάβει «περαιτέρω δράση».

Στις 22 Φεβρουαρίου οι διαδηλωτές ξεκίνησαν μια γενική απεργία, με τις επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα να κλείνουν και τον αριθμό των διαδηλωτών να φτάνει τις εκατοντάδες χιλιάδες. Την ίδια μέρα οι ΗΠΑ τιμώρησαν δύο ακόμη στρατηγούς για την εμπλοκή τους, καθώς η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε επίσης κυρώσεις στον στρατό.

Σύντομα το Facebook απέκλεισε επίσης το στρατό της Μυανμάρ από τις πλατφόρμες του, ενώ περίπου 1.000 ένοπλοι υποστηρικτές του στρατού ξεκίνησαν να επιτίθενται σε διαδηλωτές στο κέντρο της Yangon, βρίσκοντας τα Ηνωμένα Έθνη τα καλούν ξανά τη λήξη του πραξικοπήματος.

Στις 27 Φεβρουαρίου η αστυνομία ξεκίνησε ξανά τις βίαιες ενέργειες συλλαμβάνοντας εκατοντάδες διαδηλωτές και τραυματίζοντας ορισμένους από αυτούς, ενώ την ερχόμενη μέρα τουλάχιστον 18 άτομα σκοτώθηκαν μετά από πυρά της αστυνομίας κατά των διαμαρτυρόμενων.

Αυτά λοιπόν συνέβησαν στη Μυανμάρ τον περασμένο μήνα, μέσα σε 28 ημέρες μόνο. Ένα πραξικόπημα, διαμαρτυρίες, δολοφονίες, σταθερή εξασθένηση της δημοκρατίας και πολλά άλλα που ίσως να μην ξέρουμε, να μην ακούμε και ίσως να μη μάθουμε ποτέ.


  • Facebook
  • Instagram
  • output-onlinepngtools